μελικός


μελικός
-ή, -ό (Α μελικός, -ή, -όν) [μέλος]
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο μέλος ή αυτός που συνοδεύεται ή εκτελείται με μέλος, ο λυρικός («μελικὴ ποίησις», Πλούτ.)
2. το αρσ. ως ουσ. ο μελικός
ο λυρικός ποιητής
αρχ.
φρ. «μελικὸν σχῆμα» — η μορφή τών μελικών ποιημάτων, δηλαδή η σύνθεση κατά στροφές ή περιόδους.
επίρρ...
μελικῶς (Α)
με μέλος, με μελωδία, με μελικό ή λυρικό τρόπο, λυρικά.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μελικός — lyric masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελικός — [мэликос] εκ. лирический …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μελικός — ή, ό ο σχετικός με το μέλος, ο λυρικός: Μελική ποίηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μελικά — μελικός lyric neut nom/voc/acc pl μελικά̱ , μελικός lyric fem nom/voc/acc dual μελικά̱ , μελικός lyric fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελικῶν — μελικός lyric fem gen pl μελικός lyric masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελικόν — μελικός lyric masc acc sg μελικός lyric neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελικαί — μελικός lyric fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελικοῖς — μελικός lyric masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελικοῦ — μελικός lyric masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελικῆς — μελικός lyric fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)